γλοία

γλοία or [full] γλοιά, ,
A = γλία, glue, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλοία — και γλία, η (AM γλία, Α και γλοία και γλοιά) κόλλα, κολλώδης ουσία·|| νεοελλ. ο ερειστικός ιστός ο οποίος περιβάλλει τα νευρικά κύτταρα τών Σπονδυλόζωων. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γλία ανάγεται σε IE *glei «κολλώ, αλείφω», απ όπου και τα γλίχομαι, γλοιός,… …   Dictionary of Greek

  • γλοιάς — γλοιά̱ς , γλοιά glue fem acc pl γλοιάς vicious fem nom sg γλοιά̱ς , γλοιός any glutinous substance fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλοιῶν — γλοιά glue fem gen pl γλοιάζω wink fut part act masc voc sg γλοιάζω wink fut part act neut nom/voc/acc sg γλοιάζω wink fut part act masc nom sg (attic epic ionic) γλοιός any glutinous substance fem gen pl γλοιός any glutinous substance masc/neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλοιικός — ή, ό [γλοία] αυτός που έχει σχέση με τη γλοία τών νευρικών κυττάρων …   Dictionary of Greek

  • Neuroglia — MeSH Neuroglia Code TA A14.0.00.005 TH H2.00.06.2.00001 …   Wikipedia

  • γλία — η βλ. γλοία …   Dictionary of Greek

  • ζωογλοία — η υμένιο που σχηματίζεται στην επιφάνεια ορισμένων υγρών (ξιδιού, στάσιμων νερών). Αποτελείται από βακτήρια ή μύκητες τών οποίων τα κύτταρα περιβάλλονται από κάψες, με σύσταση πολυσακχαριτική ή πρωτεϊνική. [ΕΤΥΜΟΛ. < ζω(ο) (ΙΙ)* + γλοία «κόλλα …   Dictionary of Greek

  • νευρογλοία — και νευρογλία, η (ανατ. φυσιολ.) σύνολο νευρικών κυττάρων τα οποία εξασφαλίζουν τις διάφορες μεταβολικές λειτουργίες τών νευρώνων, έχουν ερειστικό ρόλο και δρουν μονωτικά στους νευρίτες. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. γαλλ. nevroglie < νευρ(ο)… …   Dictionary of Greek

  • ολιγοδενδρογλοία — η ανατ. νευρογλοία από μικρά κύτταρα με λίγους κλάδους που υπάρχει στο κεντρικό νευρικό σύστημα και στο έλυτρο τής μυελίνης τών περιφερειακών νεύρων. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. oligodendroglia < ολίγος + δένδρον + γλοία «κόλλα»] …   Dictionary of Greek

  • ολιγοδενδρογλοίωμα — το ιατρ. σπάνια ποικιλία γλοιώματος που παράγεται από ολιγοδενδρογλοία. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. oligodendroglioma < oligodendroglia (< ολίγος + δένδρον + γλοία) + ωμα] …   Dictionary of Greek

  • gloiocarp — Bot. (ˈglɔɪəkɑːp) [f. Gr. γλοία glue, or γλοιός glutinous substance + καρπός fruit. (The analogical form would be *glœocarp.)] The quadruple spore of some algals. in Treas. Bot. 535/1 …   Useful english dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.